Η σειρά Memory Foam είναι κάτι σαν προσωπικός στοχασμός πάνω σε μουσικές κυκλοφορίες που μπορεί να χαρακτήρισαν τον Σεπτέμβρη στον οποίο εμφανίστηκαν — ή και όχι. Οι ηχώ τους, όμως, επιμένουν. Και κάποιες φορές με στοιχειώνουν σήμερα περισσότερο απ’ όσο τότε. Γι’ αυτό τα Memory Foam δεν είναι ρομαντικές βόλτες στη λεωφόρο της Μνήμης. Ούτε νοσταλγικά ταξίδια στα «καλύτερά μας χρόνια». Αυτές οι μουσικές ζητούν θέση δίπλα στις σημερινές κυκλοφορίες: ως επιρροές, αντιλήψεις, εμπειρία· ως ένας τρόπος ακρόασης που εξακολουθεί να μας διαμορφώνει. Η δεκαετία του ’90, φυσικά, δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Το δεύτερο από τα τρία φετινά Memory Foam στέκεται στο 1991 και το 1996 — δύο χρονιές ιδιαίτερης σημασίας για μένα, δύο στιγμές στο χωροχρόνο που λένε πολλά για το τι μπορούσε να σημαίνει «μουσική» για ορισμένα ακροατήρια και για μένα εκείνη την εποχή αλλά και μετέπειτα. Το mixtape διαρκεί 2 ώρες και 18 λεπτά και περιλαμβάνει δίσκους που εξακολουθούν να με απασχολούν — και να απα...
«Κάθε καλλιτέχνης στον καιρό του» — ίσως το έχετε ακούσει να λέγεται. Αν ήμουν τεχνητή νοημοσύνη, θα ρωτούσα όσους το λένε τι πίνουν ή, έστω, τι ακριβώς εννοούν. Ένας από αυτούς που το λένε είναι και ο υποφαινόμενος. Ο καλλιτέχνης για τον οποίο γίνεται λόγος, αυτή τη φορά, είναι ο Ty Garrett Segall : σχεδόν σαράντα ετών, με εξαιρετική πορεία στο ευρύτερο τοπίο του rock’n’roll, κυρίως μέσα στη δεκαετία του ’10, και με ακόμη πιο συνεπή παρουσία στην τρέχουσα. Το όνομά του το άκουσα για πρώτη φορά στα τέλη των ’00, όταν δύο φίλοι συζητούσαν για το επερχόμενο Primavera — ήδη από τότε απαραίτητο προορισμό για τους πιστούς του indie. Φαντάστηκα πως θα ήταν ακόμη ένας hipster καλλιτέχνης με lo-fi ή pastoral electronica προφίλ. Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξή μου όταν, λίγους μήνες αργότερα, τον άκουσα και κατάλαβα ότι επρόκειτο για μουσικό καθαρόαιμου ροκ: βγαλμένο κατευθείαν από τις garage και ψυχεδελικές μέρες των ’60 και από όσα ακολούθησαν στην ηλεκτρική διαμόρφωση του είδους. Τουλάχιστον ...