Όπως και τα δύο πρώτα, το τρίτο και τελευταίο μέρος του Memory Foam δεν κοιτάζει πίσω. Στέκεται στο 2026 και ακούει τραγούδια από πέντε φθινόπωρα του 21ου αιώνα, που ακούγονται σαν να κυκλοφόρησαν σήμερα το πρωί. Δύο σταθερές ενότητες κρατούν το ταξίδι αυτό, πλην των εισαγωγικών τραγουδιών και της σύνθεσης των τίτλων τέλους. H πρώτη απλώνεται από το 2001 ως το 2011, η δεύτερη από το 2016 ως το 2021. Μέσα τους οι χρονιές δεν μπαίνουν στη σειρά. Ανακατεύονται ελεύθερα, όπως ανακατεύονται και στη μνήμη. Τα κομμάτια έρχονται από παντού: από την Ισλανδία και τη Νορβηγία, από το Μόντρεαλ και τη Μελβούρνη, από το Λονδίνο και το Παρίσι. Από το post-punk και το hyperpop, από την ένταση και την παραίτηση. Μοιάζουν να μην ανήκουν στο ίδιο σύνολο, κι όμως συμπληρώνουν μαζί ένα ψυχογραφικό παζλ της προσωπικής μου εμπειρίας από αυτές τις κυκλοφορίες. Θυμάμαι πότε τα πρωτάκουσα και θυμάμαι την πρώτη εντύπωση. Μόνο που στο μεταξύ έμειναν στα βαρέλια της μνήμης και ωρίμασαν. Σήμερα δεν μοιάζο...
Η σειρά Memory Foam είναι κάτι σαν προσωπικός στοχασμός πάνω σε μουσικές κυκλοφορίες που μπορεί να χαρακτήρισαν τον Σεπτέμβρη στον οποίο εμφανίστηκαν — ή και όχι. Οι ηχώ τους, όμως, επιμένουν. Και κάποιες φορές με στοιχειώνουν σήμερα περισσότερο απ’ όσο τότε. Γι’ αυτό τα Memory Foam δεν είναι ρομαντικές βόλτες στη λεωφόρο της Μνήμης. Ούτε νοσταλγικά ταξίδια στα «καλύτερά μας χρόνια». Αυτές οι μουσικές ζητούν θέση δίπλα στις σημερινές κυκλοφορίες: ως επιρροές, αντιλήψεις, εμπειρία· ως ένας τρόπος ακρόασης που εξακολουθεί να μας διαμορφώνει. Η δεκαετία του ’90, φυσικά, δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Το δεύτερο από τα τρία φετινά Memory Foam στέκεται στο 1991 και το 1996 — δύο χρονιές ιδιαίτερης σημασίας για μένα, δύο στιγμές στο χωροχρόνο που λένε πολλά για το τι μπορούσε να σημαίνει «μουσική» για ορισμένα ακροατήρια και για μένα εκείνη την εποχή αλλά και μετέπειτα. Το mixtape διαρκεί 2 ώρες και 18 λεπτά και περιλαμβάνει δίσκους που εξακολουθούν να με απασχολούν — και να απα...