Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Alliance: The 2024 annual report_Phase I_The albums_Tier 1_2

02. Songs Of A Lost World (+ all editions) - THE CURE   (Fiction / Lost Music /Universal / Polydor / Capitol)


Ενηλικιώθηκα με τους THE CURE. Οι δίσκοι τους που κυκλοφόρησαν μέχρι το 1986, κυρίως, έπαιζαν μονίμως στο άχρηστο πικάπ μου συνοδεύοντας τις όποιες ψυχολογικές μεταπτώσεις μπορεί να είχα και τις όποιες σκέψεις και συναισθήματα που διαμόρφωναν τον χαρακτήρα μου εκείνα τα εφηβικά και μετεφηβικά χρόνια. Λίγο μετά αντιλήφθηκα ότι πολλοί νέοι σαν κι εμένα μεγάλωναν με το ‘Pornography’’ και το ‘’Seventeen Seconds’’ για πρωινό και βραδινό, με τα ‘’ Three Imaginary Boys’’, ‘’Concert’’ και ‘’Japanese Whispers’’ για διασκέδαση και το ‘’The Head On The Door’’ για Χριστούγεννα. Δεν ξέχασα ποτέ την ‘’Charlotte Sometimes’’, κάθε Άνοιξη εκείνα τα χρόνια ξεκινούσε με το ‘’The Love Cats’’ αλλά κάθε Φθινόπωρο και βαθύ, γκρίζο Χειμώνα, χωνόμουν στο καθιστικό ακούγοντας με τα μπάσα τσίτα όλο το ‘’Faith’’ και προσαρμοζόμουν σαν χαμαιλέοντας στην γκρίζα υποβλητικότητα των ρυθμών του καιρού αλλά και του άλμπουμ. Ήταν στιγμές για ενδοσκόπηση, για θέαση του κόσμου από το γκρίζο πρίσμα και οι THE CURE ήταν οι κατάλληλοι μουσικοί γι’ αυτό. 

 Δεκαετίες μετά αναρωτιόμουν γιατί οι κυκλοφορίες των άλμπουμ τους ήταν την Άνοιξη και όχι το Φθινόπωρο. Βέβαια η απάντηση κρυβόταν στην ψυχοσύνθεση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Γιατί γράφουν και ακούμε θλιμμένα τραγούδια; Πότε νοιώθουμε δραματικά; Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς μετά γιατί οι TΗΕ CURE δεν αυτοκαταστράφηκαν όπως οι JOY DIVISION. Γιατί η μουσική τους ήταν η σανίδα σωτηρίας τους σε έναν αδηφάγο κόσμο όπου χρειάζεται πυγμή για να προχωρήσει κανείς, Γνώση και άλλες αρετές αλλά και στους εαυτούς τους που αναδύθηκαν μετά από καταχρήσεις και υπερβολές. 

Η μουσική και τα τραγούδια των THE CURE έγιναν αγαπημένα μέχρι παρεξηγήσεως γιατί ήταν γραμμένα και ολοκληρωμένα από μουσικούς που ήταν πάνω κάτω σαν κι εμάς δηλαδή φυσιολογικοί έφηβοι τρομοκρατημένοι από την ενηλικίωση αλλά που ταυτόχρονα συνέχιζαν να διαμορφώνονται μέσα στην τρικυμία της έχοντας σαν πυξίδα, αυτοί τη δημιουργία και εμείς τη μουσική τους για παρέα. Και γι’ αυτό δεν μασήσαμε όταν άλλαξαν μοτίβα και επιρροές και έγιναν λίγο πιο φωτεινοί. Μαζί τους κι εμείς. 

Και μετά, ήρθε το «βρώμικο» 1989. Φτασμένος οπαδός πλέον, κατανοούσα όλες τις μουσικές αποφάσεις του σχήματος και εξακολουθούσα να είμαι μαζί τους γιατί η μουσική τους ήταν μαζί μου. Το ‘’Disintegration’’ ήταν το απόλυτο άλμπουμ τους. Ήταν όλη τους η δημιουργική καριέρα, σφυρηλατημένη και διαμορφωμένη σε κάτι που ηχητικά διαφοροποιούνταν αλλά και υποδείκνυαν έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης του σύγχρονου ροκ γενικότερα. Τότε δεν το καταλάβαινα πολύ. Αλλά ένιωθα την πληρότητα του ήχου τους. Διασκέδαζα με το καλά κρυμμένο χιούμορ και θαύμαζα πόσο καλά μετέτρεπαν τις φοβίες αλλά και θετικότερα συναισθήματα σε μουσική απογειωτική, υπερβατική ή απλά αριστοτεχνικά δοσμένη έστω και αν οι χαμηλές συχνότητες δεν ήταν τόσο ικανοποιητικά χαμηλές (και γι’ αυτό η remastered  εκδοχή του δεκαετίες μετά ακούγεται καλύτερα).

Θα προσπεράσω τα επόμενα τριάντα χρόνια. Υπήρχαν πολλές δοκιμές, πολλά άτυχα πειράματα αλλά και πολύ δυνατοί δίσκοι. Μόνο το ‘’Wild Moon Swings’’ θα αφήσω πίσω. Δεν λειτουργεί σε μένα. Όλα τα υπόλοιπα ήταν άλμπουμ που άκουγα πολύ. Ήταν οι THE CURE που έγιναν ένα σχήμα αναφοράς στη νεολαία της Αμερικής (μουσικούς και οπαδούς) διαμορφώνοντας την όπως διαμόρφωσε και τις πρώτες γενιές. 

Το 2019 ήρθαν στην Ελλάδα και τους ξαναείδα ύστερα από 24 χρόνια. Έχασα τις ενδιάμεσες εμφανίσεις τους δυστυχώς για λόγους πέρα δεν μπορούσα να ελέγξω και όχι γιατί κουράστηκα από το σχήμα. Θα πήγαινα σε όλες. 

Στην Πλατεία Νερού όμως, αυτό που είδα και που είχα δει και σε streaming (να είναι καλά οι εφευρέτες του live streaming) έδειχνε κάτι που ακόμα και εμένα με άφηνε με το στόμα ανοιχτό. Το σχήμα, μεσόκοποι και φαινομενικά πλαδαροί, έπαιζαν όσο δεν παίζουν οι νεότεροι και έπαιζαν «γαντζωμένοι» στη πεμπτουσία του ήχου τους. Όχι με την έντονη έξαψη του Τέλους αλλά του ότι ‘’Αυτό κάνουμε μια ζωή. Μας αρέσει, μας φτιάχνει και το διασκεδάζουμε’’. Ειλικρινά ήταν κάτι που με χαροποίησε γιατί κατά κάποιο τρόπο αυτό που έβλεπα ήταν κάτι που συνέπλεε με όλα τα μουσικά σχήματα που δεν γνώρισαν απόλυτη δόξα και γι΄αυτό δεν κάηκαν αλλά κυρίως δεν κάηκαν γιατί η αφοσίωσή τους ήταν υπεράνω κούφιας φήμης και έπαρσης.

Έφτασα 56 και μετά την «ανανέωση» των σχέσεων μαζί τους το 2019, οι THE CURE αποδεικνύονται larger than life για μένα και όπως φάνηκε από την απήχηση της πρώτης δισκογραφικής κυκλοφορίας μετά από 15 χρόνια, σημαίνει πολλά και για πολλούς σε παγκόσμιο επίπεδο. Η επιστροφή τους με ένα τέτοιο άλμπουμ έβαλε όλο τον πλανήτη σε κίνηση όπως δεν θα έβαζε ποτέ καμία και κανένας μεγασταρ της mainstream pop. 

Το ‘’Τα Τραγούδια Ενός Χαμένου Κόσμου’’ είναι ένα βιωματικό άλμπουμ. Για τον Robert Smith κυρίως. Δεν θα μακρηγορήσω γι΄αυτό. Έχετε διαβάσει σχετικά. Ήταν μια σφιχτή περίοδος για τον συνθέτη. Όμως αυτό τον έβαλε και πάλι σε δημιουργικό κύκλο. Επίσης δεν είναι παράξενο που έχει ένα ακόμα δίσκο για κυκλοφορία μέσα στο 2025.

Τα οκτώ, νέα αλλά δοκιμασμένα πριν ηχογραφηθούν επίσημα, τραγούδια του άλμπουμ αποκαλύπτουν όλη την πεμπτουσία των THE CURE. Αυτοί που τους παρακολουθούν ξέρουν ότι θα «ακούσουν» μέσα από αυτά, κάθε άλμπουμ τους. Αλλά ταυτόχρονα θα συναντήσουν ωριμότητα, γνήσιο πόνο, πικρά γεγονότα που οδήγησαν στα καλύτερα και «εκ βαθέων» τραγούδια των THE CURE, εδώ και 35 χρόνια. Δεν είναι το καλύτερο άλμπουμ τους, γιατί πλέον ο ήχος τους είναι συγκεκριμένος, μοναδικός, αναγνωρίσιμος χωρίς τίποτα καινοτόμο αλλά είναι «ψημένος» από την εμπειρία και τη συνέπεια και ακούγεται συγκινητικός και αληθινός. Είναι ένας ώριμος CURE δίσκος που έρχεται σαν ένα νέο καλλιτεχνικό ζενίθ. Ταυτόχρονα είναι ένα ειλικρινές γράμμα προς εμάς, ένα μήνυμα ενσυναίσθησης για τα χρόνια που περνούν, για τις ήδη απώλειες αλλά και για τις επερχόμενες απώλειες αγαπημένων μας προσώπων, για τη δικιά μας φθορά στο χρόνο αλλά και για την ανάγκη να κρατιόμαστε από κάπου και να είμαστε σε κίνηση.

Επίσης, δεν έχει να κάνει με «μίρλα», με «δράμα», με «γκρίνια» κλπ. Έτσι τα ακούνε αυτοί που δεν γνωρίζουν το σχήμα και είτε το έχουν αφήσει για άλλο hype είτε τους πέφτει βαρύ που ασχολείται όλος ο κόσμος που ξέρουν χωρίς αυτοί να μπορούν να συμμετέχουν, λόγω ηλικίας, λόγω νοοτροπίας κλπ. Διακατέχεται από άλλες περισσότερο μουσικόφιλες αξίες που δεν «πουλάνε» στα άθλια ΜΚΔ. Ευτυχώς.

Ο Robert Smith και οι THE CURE είναι οι ισχυρότεροι σύμμαχοι μου και εμφανίστηκαν και πάλι όταν έπρεπε. Τώρα που είμαστε ζωντανοί, καλλιτέχνες και σχετικοί ακροατές,  το σκοτεινό πάρτι συνεχίζεται. Με τσάι και συμπάθεια, λιγότερες καταχρήσεις, λιγότερες φαντασιώσεις. Με περισσότερο ρεαλισμό, περισσότερη κατανόηση, περισσότερες ρεαλιστικές «σφαλιάρες». Είναι ο απόλυτος δίσκος του 2024, χωρίς να μαρκάρει την εποχή και τη δεκαετία αλλά να την ξεπερνάει. Το μόνο που του λείπει είναι η ελαφρότητα της νεότητας. 

Ωστόσο, το 2024 χρειάζομαι κάτι επιπλέον. Πέρα από την ενδοσκόπηση, την πραγματικότητα και την πίκρα. Χρειάζομαι κάτι που να κάνει το αίμα να κυλά, να νοιώθω την αύρα της προσωρινής ευδαιμονίας, την ορμή της νεότητας και της υπερβολής. Χρειάζομαι ρυθμό. Χρειάζομαι τον πραγματικό δίσκο του 2024. Το άλμπουμ που ψήφισε από μόνο του την κυριαρχία του και αυτό είναι το……(συνεχίζεται) 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Highway To HEAVENLY! + Vaxtones, Live at Temple 28.2.2026

  Μία βραδιά που θα μπορούσε να ήταν μία σεάνς φαντασμάτων του παρελθόντος αλλά ευτυχώς ήταν μία ιδιαίτερη γιορτή, που έφερε ένα πολυαγαπημένο 90'ς σχήμα κοντά στους Έλληνες φίλους του. Ακροατές που πέρασαν 35 χρόνια με τη μουσική τους να τους συνοδεύει ή να αναμοχλεύει τις μνήμες τους, ακροατές που είτε επέκτειναν τις κάποτε φανατικά indie προτιμήσεις τους, είτε τις αναβίωσαν για χάρη της περασμένης νεότητας τους. Το σίγουρο ήταν πάντως ότι οι κύριοι υπεύθυνοι ως HEAVENLY, έδειξαν ότι όσα μουσικά σχήματα και να κάνουν, η μαγική συνταγή της απλότητας/ειλικρίνειας/φόρτισης/καλοσύνης στη μουσική τους λειτουργεί μόνο με αυτό τον κωδικό ονομασίας.  Έχουν ένα νέο άλμπουμ (Highway To Heavenly) που είχε κυκλοφορήσει μία μέρα πριν την Αθηναϊκή τους εμφάνιση και ήδη, όχι μόνο ξεχωρίζει για την παραπάνω «συνταγή» αλλά και για τις όμορφες συνθέσεις του, οι οποίες, δεν ανακαλύπτουν νέα γη αλλά δείχνουν το δρόμο προς ένα μουσικό resort πλασμένο από γλυκά ακόρντα και μελωδίες, φωνές που χαμ...

FLUX: THE 2025 ANNUAL REPORT_phase 1: The albums of 2025_1-5

Η σημερινές πεντάδα κλείνει πανηγυρικά την πρώτη φάση της ανασκόπησης του ιστολογίου για το 2025. Περιλαμβάνει δύο ροκ δίσκους, ένα παγκόσμιου βεληνεκούς, έναν δίσκο που λες και αντιστασιακό λόγω αναλογικής τεχνολογίας, και ένα άλμπουμ για καταβύθιση σε σκοτεινότερες καταστάσεις με εξαιρετική πλοηγό που σας κρατά ασφαλείς και μετά την ακρόαση. 01. Lux - ROSALÍA (Columbia)   «Η κοπέλα γεννήθηκε με το φλαμένκο μέσα της αλλά δεν το κρατά για να το συντηρεί. Το προσαρμόζει στη ζωή της, στην ηλικία της, στους προβληματισμούς της, την μουσική που τη μεγάλωσε… Η φωνή της έστω και φορτωμένη με εφέ, οι ρυθμοί έστω και ηλεκτρονικοί και η Ισπανική γλώσσα που είναι η απόλυτη φωνητική έκφραση του είδους, ορίζουν το πλαίσιο σε φλαμένκο τόνους αλλά η έκφραση έχει κάτι το παγκόσμιο. Δεν κλείνεται στα σύνορα αλλά φέρνει τη σκοτεινή φωτιά του είδους στο παρόν. Ήδη είναι σούπερ σταρ στην Ισπανία. Ήδη προκαλεί ενθουσιασμό και στην Αμερική. Το ''El Mal Querer'' είναι λοιπόν ένα ποπ αριστούρ...

FLUX: THE 2025 ANNUAL REPORT_phase 1: The albums of 2025_6-10

Η σημερινή πεντάδα έχει το περσινό άλμπουμ του καλλιτέχνη που έχει πάντα πιασμένη τη θέση 7, το περσινό ντεμπούτο ενός νεότατου τραγουδοποιού, δύο Ελληνικές συμμετοχές που δεν μοιάζουν με τις άλλες, και ένα άλμπουμ όαση και πάλι από έναν ποπ και παραπάνω, οραματιστή του 21ου αιώνα. Τα περσινά άλμπουμ που προανέφερα είναι κυκλοφορίες του Δεκεμβρίου του 2024 και γι αυτό είναι αδύνατο να αγνοηθούν ειδικά όταν είναι τέτοιας ποιότητας. 06. Heavy Metal - CAMERON WINTER (Partisan) «On Heavy Metal - the debut solo album from Cameron Winter - the Geese frontman unravels his eclectic influences into a surreal mosaic of modern songwriting. Rumored to have been composed in abandoned basements, taxi back seats, and in impromptu jam sessions in public spaces, Heavy Metal draws on both the chaos of the road and Winter’s greater sense of existential dread. Heavy Metal teeters between the grounded and the hallucinatory, pulsing with immediacy, fragility, and the sly humor of a storyteller who’s never a...