Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

‘’Crazy’’ after all these years_BOB MOULD, electrified solo live @Gazarte 14.11.2025+CHE ARTHUR


Ο Bob Mould δεν χρειάζεται συστάσεις. Παραμένει ένας μουσικός ήρωας του Gen-X punk και rock’n’roll και είναι δημιουργικός και ακμαίος μέχρι σήμερα με αρκετά καλά προσωπικά άλμπουμ που γράφουν τη δική τους μοναχική ιστορία, μετά από την εποποιία των HÜSKER DÜ στη δεκαετία του ’80 και παράλληλα με την σύντομη αλλά απαστράπτουσα πορεία των SUGAR στη δεκαετία του ’90. Φέτος τον Μάρτιο, κυκλοφόρησε το δέκατο πέμπτο προσωπικό του άλμπουμ ‘’Here We Go Crazy’’ που περιλαμβάνει εξαιρετικά και αξιομνημόνευτα τραγούδια και, τουλάχιστον για το ιστολόγιο, τον επαναφέρει στη λίστα με τα άλμπουμ που θα θυμάμαι από αυτή τη χρονιά.

Η φετινή εμφάνιση του ήταν η δεύτερη στη χώρα μας. Η πρώτη ήταν στις 22/1/2006 όταν άνοιγε για τον John Cale στο Gagarin και εκείνη η εμφάνιση ήταν διαφωτιστική για την αξία του καλλιτέχνη που με μία ακουστική και μετά ηλεκτρική κιθάρα έπαιξε για λίγο, αλλά κράτησε το ενδιαφέρον, όσων ενδιαφερόντουσαν, σε όλη τη διάρκεια του σετ. Τα τραγούδια ακουγόντουσαν απολαυστικά, και ναι μεν θα ακούγονταν πιο ολοκληρωμένα με περισσότερα όργανα αλλά όπως ισχύει, τα καλά τραγούδια διατηρούν την ποιότητα τους όταν έχουν δομή και μελωδίες αναγνωρίσιμες με οποιαδήποτε ενορχήστρωση οπότε θεωρήστε την εμφάνιση άξια μνήμης.


Στο Gazarte, ένα μεγάλο μέρος του σετ βασίστηκε σε τραγούδια των HÜSKER DÜ, περιλάμβανε 2 τραγούδια των SUGAR και το υπόλοιπο μεγαλύτερο φυσικά μέρος του σετ περιείχε εξαιρετικά τραγούδια από σημαντικά προσωπικά του άλμπουμ. 24 με 25 τραγούδια λοιπόν αλλά φυσικά το γεγονός ήταν η εκτέλεση τους. Παιγμένα εξολοκλήρου με ηλεκτρική κιθάρα, με ένταση και ασταμάτητο ρυθμό, δεν μα άφησαν ούτε για μια στιγμή να χάσουμε τον ενθουσιασμό μας αλλά σίγουρα ζητούσαμε και τον περισσότερο όγκο που τους αξίζει με προσθήκη περισσότερων οργάνων. Αλλά και πάλι, o Bob Mould, ένας συμπαθέστατος άνθρωπος/καλλιτέχνης/τραγουδοποιός ήταν στη σκηνή και κυριαρχούσε. Η φωνή του αναλλοίωτη, η ζωτικότητα του άκαμπτη και ενέργεια ζωηρή και απεριόριστη. Το σύμπαν των τραγουδιών του Bob Mould είναι γεμάτο από αυτή ακόμα και στις πιο ήρεμες στιγμές του. Το γερό υπόβαθρο των τραγουδιών του έχει εντυπωθεί στο μυαλό και στην ψυχή πολλών από μας που είμασταν εκεί, θυμόμασταν παραπάνω από τα μισά τραγούδια άσχετα αν έπρεπε να ανατρέξουμε την επομένη στη δισκογραφία του για να εντοπίσουμε μερικά από αυτά.


Η παλιά συγκίνηση ανανεώθηκε και όλοι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έφυγαν από το κλαμπ κάτι παραπάνω από ενθουσιασμένοι. Πάνω απ’ όλα αυτού του είδους οι εμφανίσεις αλλά και η αισθητική των τραγουδιών δύσκολα θα βρουν απήχηση σε νεαρότερες ηλικίες αν δεν διαθέτουν την ανάγκη για τραγούδια φτιαγμένα πρώτα με τα βασικά και μετά με τα όργανα και όχι για ρυθμικές ακολουθίες, ηλεκτρονικά glitch και παραμορφωμένη ποπ. Αν κέρδισε ηλικία από 30 και κάτω, αξίζει ένα επιπλέον χειροκρότημα στους νεαρούς. Αλλά για τους άνω των 45 αυτή η εμφάνισε ήταν πολύ αναζωογονητική γιατί είδαμε έναν ζωντανό ροκ ήρωα να παίζει σαν να μην υπάρχει χρόνος να βαραίνει την ύπαρξη του, το πνεύμα του ήταν φυσικά αλώβητο και επιβλητικό και το σώμα μπορεί να έχει παραπάνω λίπος αλλά ο ιδρώτας δείχνει την αφοσίωση και το πάθος ενός 20χρονου πανκ οπαδού. Ναι ήταν μια ζωντανή εμφάνιση που προκαλούσε τον χρόνο, ήταν μία θριαμβευτική νίκη της ανθρώπινης ύπαρξης πάνω στη φθορά και τον θάνατο και όλοι μας πήραμε μία τονωτική δόση για να συνεχίσουμε να ζούμε αφοσιωμένοι με πάθος σε αυτά που αγαπάμε, από ανθρώπους μέχρι τα απλά χόμπι μας. Είχε λοιπόν και ψυχοθεραπευτικό χαρακτήρα αυτή η εμφάνιση. Τα τραγούδια που ακούσαμε μπορεί να μην είναι τόσο γνωστά όσο της Taylor Swift, αλλά έχουν εντυπωθεί τόσο καλά σε αυτούς που παρευρέθηκαν που τα κάνει τόσο κλασσικά όσο και τα κλασσικά της ευρείας αποδοχής. 

Να υπολογίζουμε ωστόσο και σε μία full ηλεκτρική εμπειρία στο άμεσο μέλλον; Είναι κάτι που θα πρέπει να γίνει. Προς το παρόν όμως κρατάμε αυτή τη ζωντανή εμπειρία σαν ενθύμιο. Ο Bob Mould είναι σπουδαίος καλλιτέχνης, όλη η εναλλακτική Αμερική και παγκόσμια ροκ σκηνή τον θεωρεί σημαντικό και είναι πάντα σε συναγερμό με κάθε μουσική δραστηριότητα του.


Θα έπρεπε το ίδιο να ισχύει σε χαμηλότερο βαθμό ωστόσο για τον καλλιτέχνη που άνοιξε τη βραδιά. Ο Che Arthur, γεννημένος στην Alabama to 1972 και τωρινή πόλη διαμονής το Chicago, ασχολείται με το ροκ από το 1997 και έχει παίξει σε ροκ σχήματα, έχει 4 σόλο άλμπουμ ενώ εκτελεί και  χρέη tour manager. Η πορεία του δείχνει έναν τραγουδοποιό πάνω κάτω με τις ίδιες αισθητικές προτιμήσεις με τον  Bob Mould που αποτελούν μια καλή βάση για τραγούδια που απορεί κανείς γιατί δεν έχουν γίνει περισσότερο γνωστά. Το σετ του ήταν καθαρά ακουστικό και εκεί διαπιστώσαμε ξεκάθαρα ότι τα τραγούδια του έχουν υπόβαθρο, μελωδίες που μένουν και δομή που έλκει το ενδιαφέρουν σε όποιον τον ακούει για πρώτη φορά. Οπότε επειδή τον έμαθα το ίδιο βράδυ λίγο πριν κατέβω στη συναυλία, θα χρειαστεί να ακούσω όλα του τα άλμπουμ μετά από αυτή την εμφάνιση. Ας ελπίσουμε ότι αν ποτέ ξανάρθει να είμαστε περισσότεροι προετοιμασμένοι. Θα σας πρότεινα να ξεκινήσετε την γνωριμία σας με τον καλλιτέχνη από το περσινό, τέταρτο άλμπουμ του, ‘’For That Which Now Lies Fallow’’.. 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Highway To HEAVENLY! + Vaxtones, Live at Temple 28.2.2026

  Μία βραδιά που θα μπορούσε να ήταν μία σεάνς φαντασμάτων του παρελθόντος αλλά ευτυχώς ήταν μία ιδιαίτερη γιορτή, που έφερε ένα πολυαγαπημένο 90'ς σχήμα κοντά στους Έλληνες φίλους του. Ακροατές που πέρασαν 35 χρόνια με τη μουσική τους να τους συνοδεύει ή να αναμοχλεύει τις μνήμες τους, ακροατές που είτε επέκτειναν τις κάποτε φανατικά indie προτιμήσεις τους, είτε τις αναβίωσαν για χάρη της περασμένης νεότητας τους. Το σίγουρο ήταν πάντως ότι οι κύριοι υπεύθυνοι ως HEAVENLY, έδειξαν ότι όσα μουσικά σχήματα και να κάνουν, η μαγική συνταγή της απλότητας/ειλικρίνειας/φόρτισης/καλοσύνης στη μουσική τους λειτουργεί μόνο με αυτό τον κωδικό ονομασίας.  Έχουν ένα νέο άλμπουμ (Highway To Heavenly) που είχε κυκλοφορήσει μία μέρα πριν την Αθηναϊκή τους εμφάνιση και ήδη, όχι μόνο ξεχωρίζει για την παραπάνω «συνταγή» αλλά και για τις όμορφες συνθέσεις του, οι οποίες, δεν ανακαλύπτουν νέα γη αλλά δείχνουν το δρόμο προς ένα μουσικό resort πλασμένο από γλυκά ακόρντα και μελωδίες, φωνές που χαμ...

FLUX: THE 2025 ANNUAL REPORT_phase 1: The albums of 2025_1-5

Η σημερινές πεντάδα κλείνει πανηγυρικά την πρώτη φάση της ανασκόπησης του ιστολογίου για το 2025. Περιλαμβάνει δύο ροκ δίσκους, ένα παγκόσμιου βεληνεκούς, έναν δίσκο που λες και αντιστασιακό λόγω αναλογικής τεχνολογίας, και ένα άλμπουμ για καταβύθιση σε σκοτεινότερες καταστάσεις με εξαιρετική πλοηγό που σας κρατά ασφαλείς και μετά την ακρόαση. 01. Lux - ROSALÍA (Columbia)   «Η κοπέλα γεννήθηκε με το φλαμένκο μέσα της αλλά δεν το κρατά για να το συντηρεί. Το προσαρμόζει στη ζωή της, στην ηλικία της, στους προβληματισμούς της, την μουσική που τη μεγάλωσε… Η φωνή της έστω και φορτωμένη με εφέ, οι ρυθμοί έστω και ηλεκτρονικοί και η Ισπανική γλώσσα που είναι η απόλυτη φωνητική έκφραση του είδους, ορίζουν το πλαίσιο σε φλαμένκο τόνους αλλά η έκφραση έχει κάτι το παγκόσμιο. Δεν κλείνεται στα σύνορα αλλά φέρνει τη σκοτεινή φωτιά του είδους στο παρόν. Ήδη είναι σούπερ σταρ στην Ισπανία. Ήδη προκαλεί ενθουσιασμό και στην Αμερική. Το ''El Mal Querer'' είναι λοιπόν ένα ποπ αριστούρ...

FLUX: THE 2025 ANNUAL REPORT_phase 1: The albums of 2025_6-10

Η σημερινή πεντάδα έχει το περσινό άλμπουμ του καλλιτέχνη που έχει πάντα πιασμένη τη θέση 7, το περσινό ντεμπούτο ενός νεότατου τραγουδοποιού, δύο Ελληνικές συμμετοχές που δεν μοιάζουν με τις άλλες, και ένα άλμπουμ όαση και πάλι από έναν ποπ και παραπάνω, οραματιστή του 21ου αιώνα. Τα περσινά άλμπουμ που προανέφερα είναι κυκλοφορίες του Δεκεμβρίου του 2024 και γι αυτό είναι αδύνατο να αγνοηθούν ειδικά όταν είναι τέτοιας ποιότητας. 06. Heavy Metal - CAMERON WINTER (Partisan) «On Heavy Metal - the debut solo album from Cameron Winter - the Geese frontman unravels his eclectic influences into a surreal mosaic of modern songwriting. Rumored to have been composed in abandoned basements, taxi back seats, and in impromptu jam sessions in public spaces, Heavy Metal draws on both the chaos of the road and Winter’s greater sense of existential dread. Heavy Metal teeters between the grounded and the hallucinatory, pulsing with immediacy, fragility, and the sly humor of a storyteller who’s never a...