«Κάθε καλλιτέχνης στον καιρό του» — ίσως το έχετε ακούσει να λέγεται. Αν ήμουν τεχνητή νοημοσύνη, θα ρωτούσα όσους το λένε τι πίνουν ή, έστω, τι ακριβώς εννοούν. Ένας από αυτούς που το λένε είναι και ο υποφαινόμενος. Ο καλλιτέχνης για τον οποίο γίνεται λόγος, αυτή τη φορά, είναι ο Ty Garrett Segall: σχεδόν σαράντα ετών, με εξαιρετική πορεία στο ευρύτερο τοπίο του rock’n’roll, κυρίως μέσα στη δεκαετία του ’10, και με ακόμη πιο συνεπή παρουσία στην τρέχουσα. Το όνομά του το άκουσα για πρώτη φορά στα τέλη των ’00, όταν δύο φίλοι συζητούσαν για το επερχόμενο Primavera — ήδη από τότε απαραίτητο προορισμό για τους πιστούς του indie. Φαντάστηκα πως θα ήταν ακόμη ένας hipster καλλιτέχνης με lo-fi ή pastoral electronica προφίλ. Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξή μου όταν, λίγους μήνες αργότερα, τον άκουσα και κατάλαβα ότι επρόκειτο για μουσικό καθαρόαιμου ροκ: βγαλμένο κατευθείαν από τις garage και ψυχεδελικές μέρες των ’60 και από όσα ακολούθησαν στην ηλεκτρική διαμόρφωση του είδους.
Εμφανίστηκε πλαισιωμένος από την μπάντα που τον συνοδεύει τα τελευταία χρόνια και έπαιξε ένα σετ στηριγμένο στα τραγούδια του ''Chrome'', εμπλουτισμένο με μερικά πολύ δυνατά κομμάτια από το παρελθόν — γνωστά και αγαπημένα, αν κρίνω από τις αντιδράσεις του κοινού (She, Manipulator, Girlfriend κ.ά.).
Έπαιξε δυνατά. Πολύ δυνατά: με τους ενισχυτές στο τέρμα και τις παραμορφώσεις σε τέτοιο επίπεδο, που την επόμενη μέρα τα αυτιά μας ξύπνησαν βουλωμένα. Η γενική αίσθηση ήταν πως η μπάντα δεν ήρθε για hi-fi και κρυστάλλινο ήχο, αλλά για ηλεκτρικές παραμορφώσεις με ταυτότητα. Τα τραγούδια δεν είχαν την καθαρότητα των ηχογραφήσεων — όμως, στην περίπτωση του Segall και της μπάντας του επί σκηνής, κάτι τέτοιο ούτε θα ταίριαζε ούτε ήταν το ζητούμενο. Με έλεγχο και «ακριβείς βολές», τα κομμάτια ανέδειξαν τις αρετές τους και έδωσαν στο κοινό την ορμή που χρειαζόταν για να διασχίσει την ηλεκτρική καταιγίδα αλώβητο, και μάλιστα ενισχυμένο. Κι επειδή ο Ty Segall δεν είναι παιδί της εποχής του διαδικτύου — δύσκολα θα γίνει viral, θα ακουστεί σαν αξεσουάρ ή θα γίνει το talk of the town — τα κινητά σηκώνονταν διακριτικά και από λίγους. Έτσι, το κοινό έμεινε προσηλωμένο και συμμετείχε ουσιαστικά σε ό,τι συνέβαινε πάνω στη σκηνή.
Δεν έλειψε βέβαια και το απρόοπτο: ένα πρόβλημα στην μπότα των drums, που η μπάντα αντιμετώπισε με αξιοσημείωτη ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Και σαν δώρο, εκτός προγράμματος, μας χάρισαν μια ηλεκτρισμένη διασκευή του «Ziggy Stardust» που θα τη θυμόμαστε για καιρό.
Ήταν μια παλιομοδίτικη νύχτα σε ροκ κλαμπ, από εκείνες που δεν ξέρεις αν θα ξεχαστούν. Από μένα, πάντως, σίγουρα όχι. Όσο για τον Ty Segall, θα συνεχίσει για πολύ καιρό ακόμη να μας δίνει μουσική για να περνάμε όμορφα, βάζοντας τα αυτιά μας σε δοκιμασία και τη μνήμη μας σε εγρήγορση.
Σχόλια